Η παρακάτω ιστοριούλα περιγράφει μια τυχαία φοβία ενός ανθρώπου, από τις δεκάδες που υπάρχουν εκεί έξω και ταλαιπωρούν πολύ κόσμο. Μερικοί τις αντιμετωπίζουν με επιτυχία σε μεγάλο βαθμό και άλλοι τις μεταφέρουν μαζί τους μέχρι τα βαθιά τους γεράματα. Μερικές είναι ακίνδυνες, άλλες πάλι τρομοκρατούν τον ξενιστή τους σε βαθμό ταχυκαρδίας.
Ο καθένας μας έχει και μια μικρή ή μεγάλη φοβία να κουβαλάει για παρέα τις μοναχικές του στιγμές. Εγώ για παράδειγμα πάντα φοβόμουν μην πεθάνω στον ύπνο μου. Ένα διάστημα, δε, αργούσε να με πάρει ο ύπνος επειδή προσπαθούσα να μείνω ξύπνιος από φόβο μη πεθάνω. Κάτι τσιμπηματάκια στην καρδιά, κάτι πονάκια, λίγο θέλει; Επίσης στο άκουσμα του αιφνίδιου θανάτου, στον ύπνο του από ανακοπή, ενός συναδέλφου του χώρου μου τα χρειάστηκα. Αφού είδα τον καρδιολόγο μου, έκανα το γενικό τσεκ απ καρδιάς, τεστ κόπωσης κλπ και έφυγα ήσυχος. Η φοβία αυτή έλαβε τέλος. Μέχρι την επόμενη επίσκεψη… αν γίνει.
Ποιες είναι οι δικές σας φοβίες; (εκτός βέβαια από το ενδεχόμενο κλείσιμο αυτού του blog)
Enjoy
Οι φοβίες του μικρού κυρίου
Εκείνο το βράδυ ο μικρός κύριος έπεσε για ύπνο με μπουκωμένη από το συνάχι μύτη του, έχοντας την παιδική γκρίνια ζωγραφισμένη στα μούτρα του και μια μεγάλη κακοκεφιά στην ψυχή του. Την επόμενη μέρα θα πήγαινε ξανά στο σχολείο μετά από απουσία τριών ημερών λόγω της ίωσης που τον ταλαιπωρούσε. Ο πυρετός του υποχώρησε αλλά εξακολουθούσε να μην θέλει να πάει σχολείο. Η επομένη ήταν Παρασκευή και τα παρακαλετά προς την μητέρα του για να μείνει άλλη μια μέρα σπίτι δεν έπιασαν τόπο. «Πρέπει να πας» του είπε με στοργή, «μια μέρα είναι μόνο και μετά Σαββατοκύριακο. Είσαι στην Τετάρτη τάξη πια, μεγάλωσες και κάθε μάθημα είναι σημαντικό σ’ αυτή την τάξη». Ήταν μάταιο να το παλεύει. Πάντα γίνεται το δικό της. Γιατί να γίνεται πάντα το δικό των μεγάλων;
Με σχεδόν βουλωμένη τη μύτη του ξάπλωσε απρόθυμα, αλλά ο ύπνος δεν ερχόταν εύκολα. Μια το σώμα στο δεξί πλευρό, μια στο αριστερό, μια ανάσκελα μια μπρούμυτα – εκεί ήταν χειρότερα – τελικά τον πήρε ο ύπνος. Η νύχτα ήταν τόσο κρύα που η κοντινή πλατεία είχε ασπρίσει από την πάχνη του χειμώνα και το πήγαινε για χιόνι. Ευτυχώς για τη μητέρα του το σχολείο ήταν δυο λεπτά δρόμος μόνο και δεν υπήρχε πιθανότητα, δυστυχώς για αυτόν, να χάσει το σχολείο λόγω χιονιού.
Κάποια στιγμή κατά τις δύο το πρωί ο μικρός κύριος ξύπνησε απότομα. Δεν μπορούσε να ανασάνει σχεδόν καθόλου. Ο αέρας με δυσκολία έμπαινε από τη μύτη του και αναγκαζόταν να ανοίξει το στόμα για να ρουφήξει με απληστία τον ζεστό αέρα του δωματίου. Η μητέρα του μπήκε σχεδόν αστραπιαία στο δωμάτιό του και τον πήρε στην αγκαλιά της «Έλα, φύσα τη μύτη σου στο χαρτομάντιλο, έλα κάντο γρήγορα να καθαρίσεις». Μόλις ο μικρός κύριος φύσηξε, η μικρή ποσότητα των βρωμερών μυξούδων της μύτης του έφραξε ξανά τους σωλήνες του ρινικού του συστήματος και δεν έβγαινε ούτε προς τα έξω, αλλά ούτε και προς τα μέσα όταν προσπάθησε να τις ρουφήξει. Υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να σκάσει, να πεθάνει από ασφυξία. Η μητέρα του θορυβήθηκε, τρομοκρατήθηκε θαρρείς, ξύπνησε τον πατέρα του μικρού και πανικόβλητοι και οι δύο κοιτούσαν μια τον μικρό που πάλευε για τη ζωή του μια ο ένας τον άλλον: «Φύσα παιδί μου με δύναμη, έλα μπορείς, κάντο, κάντο, φύσα, φύσα δυνατά, δυνατά. Άνοιξε το στόμα σου αγόρι μου μην πνιγείς, άνοιξέ το…..».
Εκείνη την ώρα ο μικρός κύριος ξύπνησε απότομα από τον εφιάλτη με την ασφυξία, ανασηκώθηκε στο κρεβάτι του σιωπηλά και πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα ώσπου να καταλάβει ότι όλα τα παραπάνω ήταν ένα κακό όνειρο. Ανάσαινε κανονικά, δεν είχε ίωση και η επόμενη μέρα ξημέρωνε Σάββατο, η καλύτερη μέρα της εβδομάδας. Άσε που ξεκινούσαν και οι διακοπές των Χριστουγέννων. Τέλεια. Ξανακοιμήθηκε και δεν ξύπνησε παρά μόνο πολύ αργά το πρωί. Είχε ήδη ξεχάσει το κακό όνειρο.
Από εκείνη την μέρα, τη νύχτα του μικρού εφιάλτη ακριβέστερα, ο μικρός κύριος δεν ξαναφύσηξε ποτέ τη μύτη του προς τα έξω όταν είχε συνάχι. Δεν το συνειδητοποιούσε ποτέ όταν έπρεπε να το κάνει και δεν το έκανε. Ήταν μια κίνηση ενστικτώδης που οφείλονταν υποσυνείδητα σε όσα είχε δει στον ύπνο του εκείνη τη νύχτα, εκεί που στον ονειρικό του κόσμο παραλίγο να πεθάνει από ασφυξία.
Την επόμενη μέρα, δεν θυμόταν καθόλου αυτό το όνειρο, το απώθησε βαθιά σε κάποιο μικρό δωματιάκι του μυαλού του και έκρυψε καλά το κλειδί. Συνέχισε κανονικά το σχολείο του, τελείωσε το Δημοτικό, το Γυμνάσιο, το Λύκειο, πήγε το στρατιωτικό του, έγινε μεγάλος άντρας πια, αλλά η συνήθεια εκεί σταθερή και ακλόνητη, μια φοβία που άρχισε να την διαπιστώνει τις ώρες και στιγμές που ήταν μόνος του ή παρατηρούσε τους άλλους που φυσούσαν με κρότο καμιά φορά τη μύτη τους για να φύγουν οι μύξες, να καθαρίσει το σώμα από τις ακαθαρσίες του χειμώνα. Εκείνος απλά ρουφούσε τον αέρα προς τα μέσα ωθώντας τον να σπρώξει και να αδειάσει τους αεραγωγούς. Σιγά το πράμα. Μια χαρά δούλευε η μέθοδός του. Κάποια στιγμή το συνάχι περνούσε και η ζωή συνεχίζεται.
Κάποιο πρωινό που ξύπνησε μπουκωμένος ξανά, αυτή η φοβία εξαφανίστηκε με μιας, χωρίς σκέψη, χωρίς βαθιές ανάσες, εξάλλου και αυτές ήταν δύσκολο να γίνουν μιας και το κρύωμά του έφερε απίστευτες ποσότητες μύξας στο ρινικό του δαιδαλώδες σύστημα και το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν να ξεμπλοκάρει. Πήρε το χαρτομάντιλο, κλείστηκε στο μπάνιο και φύσηξε δυνατά μια και έξω. Φοβήθηκε για ένα μικροδευτερόλεπτο ότι όλη του η μύτη, τα ρουθούνια ακόμα και πιθανώς τα μάτια του θα φύγουν από το πρόσωπό του και θα πέσουν στη λεκάνη της τουαλέτας. Μια, δυό φορές, ένας ήχος σαν αερίων ακούστηκε μέσα από το κλειστό μπάνιο, υπόκωφος και μετά σιωπή.
Η πόρτα άνοιξε και ο μεγάλος πια κύριος είχε πετάξει μια για πάντα στο παρελθόν άλλη μια ανόητη και ανούσια φοβία του. «Πάμε για την επόμενη», μονολόγησε και κίνησε να φύγει για τη δουλειά του.
Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού, έριξε μια φευγαλέα ματιά σε κάθε ηλεκτρικό διακόπτη και κλείδωσε καλά, γυρνώντας το κλειδί τέσσερις φορές για μέγιστη ασφάλεια.
Πήρε με τα πόδια να κατεβεί τις σκάλες της πολυκατοικίας που έμενε, αλλά λίγο πριν μπει στο αυτοκίνητο σκέφτηκε ότι μπορεί και να μην είχε κοιτάξει εκείνον τον διακόπτη του θερμοσίφωνα. «Μπα, αποκλείεται να είναι ανοικτός, χειμώνα έχουμε, έχει να ανοίξει από τον Οκτώβριο, τότε που ανοίξαμε το καλοριφέρ». Με αυτές τις σκέψεις έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου, αλλά πριν γυρίσει το κλειδί, βγήκε πάλι έξω με μια έκφραση θυμού στο πρόσωπό του, ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες μπήκε στο διαμέρισμα και είδε ξανά τον αναθεματισμένο διακόπτη κλειστό στη θέση που ήταν εδώ και τρεις μήνες.
«Αι στο διάολο και συ» είπε μέσα του. «Τελευταία φορά που κάνω αυτή τη μαλακία. Ως εδώ και με αυτό και μη παρέκει». Από τότε δεν ξανακοίταξε ποτέ δεύτερη φορά κανέναν ηλεκτρικό διακόπτη. Στα τσακίδια και αυτοί. Μπουρλότο να γίνει.






