ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΣΟΥ
Θάλασσα φουρτουνιασμένη,
χρόνια τώρα………………………..
εκεί που ο αέρας και η βροχή δέρνουν χωρίς οίκτο
τον κυματοθραύστη του μικρού σου λιμανιού
που φυλά την καρδιά σου απ’ τους πειρατές.
Θάλασσα ανταριασμένη και μισερή.
Μοιάζει με καρδιά κακού ανθρώπου,
που μια ρουφά και μια διώχνει
το παγωμένο αίμα της στους ιστούς με βία.
Ξερνά τα θεόρατα κύματά της πάνω μου
κάθε φορά που μέσα σου να ‘ρθω ξεκινώ.
Σε λάτρεψα από την πρώτη μέρα,
σαν ένα μικρό και όμορφο ψαροχώρι
που προβάλει ξαφνικά στον ορίζοντα.
Η θάλασσα η φαρμακερή
σε προστατεύει από τους κακούς πειρατές
που καπηλεύονται την πολύτιμη καρδιά σου.
Και τα φωτεινά σου μάτια,
ζωντανοί φάροι στην είσοδο
θαμπώνουν τον επίδοξο επισκέπτη
τυφλώνοντάς τον.
Παλεύω να δέσω με μανούβρες
το σκαρί μου στο μικρό σου λιμανάκι.
Μια εδώ και μια εκεί με πάει ο μανιασμένος αέρας
και συ κοιτάς, ασφαλής εκεί που είσαι,
περιμένεις να δεις τι θα απογίνω,
γελώντας αυτάρεσκα, κρυφά, με την προσπάθειά μου.
Το μόνο που θέλω είναι να ρίξω τις άγκυρές μου
στη ζωή σου, στο ζεστό απάγκιο σου.
Άσε με να μπω και ηρέμησε την άγρια θάλασσα
που για χάρη σου θέλει να με ρουφήξει στα σκοτεινά βυθά της.
Γκρέμισε πια το τσιμεντένιο τείχος σου
και άσε με να μπω,
να αράξω μέσα σου επιτέλους για πάντα.
Άσε με να διώξω τους ναύτες μου.
Άσε με να γίνω στεριανός για χάρη σου,







